• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΚΙΑΛΑ (Γ. ΒΕΡΙΤΗ)

E-mail Εκτύπωση PDF

 

gkialas  

Ο Γ. Βερίτης και το έργο του (1915 – 1948)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ

 

Υπό Δρ. Φιλ. Μαρίας – Ελευθερίας Γ. Γιατράκου

 

    Το έτος που διανύομε αποτελεί σταθμό και φωτεινό ορόσημο, αφού συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννηση του Χριστιανού ποιητή, Αλεξάνδρου Γκιάλα, Γ. Βερίτη, όπως είναι γνωστός στα ελληνικά και χριστιανικά γράμματα, αλλά και δοκιμιογράφου, λογοτέχνη, λαογράφου, μεταφραστή, δημοσιογράφου, ερευνητή, κριτικού, μα πάνω από όλα αγωνιστή, ιεραποστόλου.

Μία ματιά με το πνευματικό μας περισκόπιο στο οικογενειακό του υπόβαθρο, μία άλλη στη μετέπειτα σύντομη ζωή του, αφού απέθανε σε ηλικία μόλις 33 ετών, θα μας πείσει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πνευματικό ανάστημα πρώτου μεγέθους που η λαμπρή βιοτροχιά του άφησε ανεξίτηλα ίχνη στη νεότερη Ελλάδα, ιδιαιτέρως στις ψυχές όλων εκείνων που εμπνεύσθηκαν από το έργο του, ενθουσιάστηκαν από τα ποιήματά του, τα έκαναν θούριό τους και πνευματικό αγάπημα, για να κατακτήσουν τα αιθεροπλάτια του πνεύματος.

    Όλοι οι βιογράφοι του ξεκινούν κοινότοπα, γεγονός που μαρτυρεί τη μεγαλοσύνη της μορφής του Γ. Βερίτη. «Σ’ ένα νησί της Δυτικής Ελλάδος», γράφουν, γεννήθηκε ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, «που οραματίσθηκε την Ελλάδα ελεύθερη». Σ’ ένα νησί του Ανατολικού Αιγαίου γεννήθηκε ο ποιητής μας, ο Γ. Βερίτης, που οραματίσθηκε μίαν Ελλάδα του Χριστού. Σ’ ένα άλλο νησί του Αιγαίου, τη Σκιάθο, πέντε χρόνια πριν γεννηθεί ο Γκιάλας, ξεψυχούσε ψάλλοντας «τα τραγούδια του Θεού», ο συνονόματός του, Σκιαθίτης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων.1

    Αυτά τα «τραγούδια του Θεού», έμελλε να συνεχίσει με νέο δικό του ρυθμό, ο Αλέξανδρος Γκιάλας, να φλογίσει τις καρδιές όλων των ηλικιών, ιδιαιτέρως των νέων, μπροστάρης και σημαιοφόρος σε μία ρωμαλέα χριστιανική πορεία για τη δημιουργία μιας «καινούργιας Ελλάδας, μιας Ελλάδας του Χριστού». Το έργο του Γ. Βερίτη, πεζό αλλά περισσότερο ποιητικό είναι σήμερα επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε. Αποτελεί πρόκληση αλλά και πρόσκληση για την πρόσκτησή του στους ανιδανικούς καιρούς μας. Θα άξιζε να μνημονεύσουμε βαρυσήμαντα λόγια του νομπελίστα ποιητή μας, Οδυσσέα Ελύτη.2 «Όπου και να σας βρίσκει το κακό αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό, και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». Μήπως δεν θα ήταν άστοχο, χωρίς διάθεση παραχάραξης των παραπάνω, να προσθέσομε: «μνημονεύετε και Γ. Βερίτη»;

     Το 1915 στο χωριό Ελάτα, γράφει στο βιβλιαράκι του ο πατέρας του3, πατήρ Ι. Μ. Γκιάλας, στο μυρωμένο νησί της Χίο, η «γλυκύτατη μάνα» Αμαλία, (το γένος Μπιλίρη) έφερε στον κόσμο τον Αλέξανδρο, το τρίτο παιδί του ευλαβικού ιερέως, του παπά Γιάννη Γκιάλα.

    Στην άδολη παιδική ψυχή του έκλεισε δύο αγάπες. Την αγάπη στα γράμματα και την αγάπη στην Εκκλησία.4  Ζήτησε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολειό πριν την κανονική του ηλικία. Την σφοδρή του επιθυμία για μάθηση διευκόλυνε η αγάπη των αδελφών του, αλλά και ο ίδιος ο πατέρας του, ο οποίος ήταν δάσκαλος στο σχολείο. Η επίδοσή του λαμπρή. Παρακολουθούσε μαθήματα ανωτέρων τάξεων, διόρθωνε και τους μεγαλύτερους με τόση ευκολία, προκαλώντας την κατάπληξη και το θαυμασμό όλων.5   Παράλληλα, εκδηλώθηκε η μεγάλη του αγάπη προς την Εκκλησία. Μεγάλωσε μέσα στην κατάνυξη και την ευλαβική ειρήνη των ιερών ακολουθιών, βοηθώντας τον ιερέα πατέρα του στις λειτουργίες, στους όρθρους και στους εσπερινούς. Κι αγάπησε βαθειά το Θεό.6

    Σύμφωνα πάντοτε με τον πατέρα του υπήρχε συνήθεια στο χωριό να ασκούνται οι μαθητές των ανωτέρων τάξεων του Σχολείου υπό του διδασκάλου, και ορίζονταν κάθε Σάββατο εκ περιτροπής μαθητικές ομάδες, που η μία προοριζόταν για τις υπηρεσίες του ιερού Βήματος, οι δύο άλλες για τους χορούς στα αναλόγια. Με ζήλο υποδειγματικό ζητούσε ο Αλέξανδρος μία θέση στο ιερό και ακολούθως στα αναλόγια, πατώντας σε ειδικό υπόβαθρο και ευφραίνοντας με τα αναγνώσματα και την ψαλμωδία του τους πιστούς. Ιδιαιτέρως μεγάλωνε η χαρά του όταν τύχαινε να εκκλησιάζεται σε εξωκκλήσι από όπου εμπνεόταν και τα διηγήματά του, όπως «Το νησάκι του Φαροφύλακα» και το «Θάλπος και γλυκύτητα άφαντον».

    Με πολλή χάρη διηγήθηκε τα βιώματά του από τις κατανυκτικές αυτές λειτουργίες, ιδιαίτερα τις Χριστουγεννιάτικες σε μία χριστουγεννιάτικη φοιτητική εορτή.7 Με γλαφυρό, άδολο τρόπο περιγράφει τις άγιες εντυπώσεις του και τα βιώματά του από την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας τη νύχτα των Χριστουγέννων στο χωριό που μας προϊδεάζει για τη μελλοντική του εξέλιξη και βιοτή. Στην τρυφερή ψυχή του μικρού Αλέξανδρου ριζώθηκαν τρία πράγματα: οικογένεια, εκκλησία, χωριό. Αυτήν την πραγματικότητα κράτησε σ’ όλη του τη ζωή ο ποιητής και τη νοστάλγησε και τη μετέτρεψε σε τραγούδι. Ποιος θα λησμονήσει ποτέ, το ποίημα τραγούδι «Στην πηγή του χωριού μου;».

   Με τη μετάθεση του πατέρα του στο εξατάξιο δημοτικό αρρένων της πόλεως Χίου, ο Αλέξανδρος συνεχίζει στην Ε’ Δημοτικού στο νέο σχολείο της χώρας. Επιμελής και σεμνός ήλκυε την προσοχή των δασκάλων και την αγάπη των συμμαθητών του. Πρώτος μεταξύ των πρώτων σε όλα, διαδραμάτιζε σημαίνοντα ρόλο στην τάξη και στο σχολείο.

    Και συνέχισε τη λατρευτική ζωή στο ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, «στο Χριστό», βοηθώντας τους ψάλτες τις Κυριακές και εορτές μαζί με τ’ αδέλφια του και τον εξάδελφό του. Μα, ποτέ, δεν έσβησε από μέσα του η γαληνεμένη ατμόσφαιρα του χωριού, όπως αντικατοπτρίζεται στα διηγήματά του «Γησίλας», «Φαροφύλακας», σκεπτόταν δε να γράψει μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τα ελληνικά έθιμα.8

   Ο μικρός Αλέξανδρος έμαθε από μικρός το τυπικό, τη βυζαντινή μουσική και γαλουχήθηκε με τη λατρεία. Οι ενορίτες διατηρούσαν ζωηρή και αγαθή μνήμη από τον παιδικό εκείνο εκκλησιαστικό χορό στον οποίο εδέσποζε η φυσιογνωμία του μικρότερου Αλέξανδρου.9  Ο Αλέξανδρος, όπως μαρτυρεί στις «Αναμνήσεις» του, ο μεγαλύτερος αδελφός του, Μιχ. Γκιάλας, ανέπτυξε μεγαλύτερες πνευματικές ικανότητες ως μαθητής, ιδίως στα φιλολογικά μαθήματα. Ποιητής από 15 ετών. Καθώς η μετάβαση από το σπίτι προς το Γυμνάσιο και αντιστρόφως γινόταν με πεζοπορία, για τη διαδρομή δύο χιλιομέτρων σε είκοσι λεπτά, ο Αλέξανδρος έκανε σταθμούς στις μεγάλες πεζούλες του Παρθένη ποταμού, για να γράψει σε στίχους, την έμπνευση της στιγμής. Έβγαλε περιοδικό σε ηλικία 15 ετών και κινητοποιούσε και συμμαθητές του να γράψουν, που είχαν την ίδια έφεση, τον Ζολώτα, τον Κουκουρίδη, τον Γιάννη Μουτάφη. Ο Αλέξανδρος φρόντισε μέσα στις εμπνεύσεις του να μη χρησιμοποιεί το πραγματικό του όνομα, αλλά το Γ (=Γκιάλας) και το Βερίτης από τη λατινική λέξη veritas – veritatis (=αλήθεια).

    Δεν προέβαλλε τον εαυτό του αλλά παρέμενε σεμνός και ταπεινός.10 Στη βραχύβια ζωή του αλλά πλούσια δημιουργική θα τον συναντήσουμε και με τα ψευδώνυμα Λαμπρινός, αλλά και Πέτασος, όπως υπογραφόταν ως μαθητής. Μία ερμηνευτική προσέγγιση του ονόματος Πέτασος είναι ότι ήθελε ίσως να δηλώσει ότι με τα γραπτά του προστατεύει από το πνευματικό καύμα καθώς το πλατύγυρο αρχαϊκό καπέλο από την ήλιο. Κυρίως όμως κατίσχυσε το Βερίτης, από το veritas (=αλήθεια), καθώς η Αλήθεια υπήρξεν ως το τέλος της ζωής του η σημαία του. Θα μπορούσαμε να πούμε για το Βερίτη τον Σολωμικό στίχο: «σοφά σ’ ανάστησε ο Θεός στην πιο κατάλληλη ώρα».11 Ο Βερίτης γράφει, όπως δηλώνει και ο Παπαδιαμάντης, «προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών του». Είναι πνευματικός σαλπιγκτής σαν τον Ρήγα Φεραίο, Κι οι δύο αγωνίστηκαν εναντίον της σκλαβιάς. Ο Ρήγας της πολιτικής, ο Βερίτης της πνευματικής. Ο Βερίτης έχει ομοιότητες με τον Παπαδιαμάντη. Είναι κι οι δύο νησιώτες και νοσταλγοί. Ο Παπαδιαμάντης της Σκιάθου, ο Βερίτης «της άφθαρτης κι αμόλυντης και μιας». Κι οι δύο σατιρικοί, πολέμιοι της σύγχρονης άρνησης, κήρυκες του αγίου.

    Ώστε ο θρησκευτικός βάρδος, ο Χριστιανός ποιητής, Βερίτης και σατιρικός; Μάλιστα. Ήδη, από τα μαθητικά του χρόνια έγραψε δύο κωμωδιούλες πνευματώδεις και σάτιρες σε κατασκήνωση της Κατοχής και παρουσία «πνευματικών ανθρώπων», στα 1943. Στην καθημερινή του ζωή ήταν χαρούμενος. Αστειευόταν και γελούσε ο Βερίτης, μ’ ένα πλούσιο και καλόκαρδο γέλιο. Γελούσε και σατίριζε καλόκαρδα. Χαριτωμένη η μονόπρακτη κωμωδία που έγραψε σε ηλικία 13 ετών, «Ανακατωμένος ο ερχόμενος …». Κι άλλη σε ηλικία 14 ετών, το 1929, με τίτλο: «Τα χάλια μας».

    Ο Αλέξανδρος Γκιάλας δέχθηκε τον πόνο και την ασθένεια από τη μαθητική του ηλικία. Το 1925 – 1926 ενώ όλα πήγαιναν καλά και αρίστευε, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, την επομένη των γυμναστικών επιδείξεων, στις οποίες πρώτευσε, έπεσε στο κρεββάτι με υψηλό πυρετό, με διάγνωση ιατρική οξείς ρευματισμοί που προσέβαλαν την καρδιά του, αφού δεν έγινε εγκαίρως η δέουσα θεραπεία. Η «ουρανόσταλτη μάνα» του, όπως θα εκφρασθεί αργότερα ο ίδιος με στίχους του «με βελούδινα δάχτυλ’ αγγίζει τους πόνους του και τους γλυκαίνει». Αυτό το μητρικό φίλτρο ένοιωσε τόσο βαθιά που το εξέφρασε ευγνωμόνως αργότερα ο Βερίτης σε αριστουργηματικούς στίχους: «Ω, πως πονάς όταν βλέπεις εμάς / στο κρεββάτι του πόνου / και στους δικούς μας κινδύνους, καλή, / πόσα φίδια σε ζώνουν».

     Ο Αλέξανδρος συνήλθε από την ασθένεια αλλά οι δικοί του γνώριζαν ότι λόγω ασθενείας δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει στις εξετάσεις, συνεπώς θα έχανε μία χρονιά. Ο Αλέξανδρος, όμως, πήγε στο Γυμνάσιο την ημέρα των εξετάσεων για να ευχηθεί στους συμμαθητές του καλή επιτυχία. Τόσο χαρούμενα τον υποδέχθηκαν και τον ενθουσίασαν, ώστε έδωσε εξετάσεις καίτοι απροετοίμαστος και ήλθε πρώτος όπως ερχόταν κάθε χρόνο μέχρι την τελευταία τάξη και έπαιρνε το αριστείο και το χρηματικό βραβείο του ευεργέτου Λεωνίδα Ν. Μιχάλου και κατά την 29ην Οκτωβρίου 1929 ως πρώτος βραβευμένος από τους μαθητές της προηγούμενης τάξης, μαθητής πλέον της τελευταίας τάξεως του Γυμνασίου μίλησε στο Γυμνάσιο εμπρός στους επισήμους, καθηγητές και μαθητές με το θέμα που του δόθηκε: «Στροφή προς την ελληνικήν γην μακράν της αστυφιλίας». Η ομιλία του εντυπωσίασε, επαινέθηκε, δημοσιεύθηκε στον «Χιακό Τηλέγραφο» της 28ης, 29ης και 30ης Οκτωβρίου του 1929. Αλλά, ο βραβευμένος Αλέξανδρος δε λησμόνησε τον ευεργέτη του και αφιέρωσε ένα ποίημα στον θάνατό του.12

    Ο Βερίτης με άκρατη δίψα για μάθηση, μελετούσε ώρες ολόκληρες, άλλοτε στη Βιβλιοθήκη της Χίου, άλλοτε στο σπίτι του, άλλοτε στην αυλή κι άλλοτε ανεβασμένος στο κλαρί κάποιου δένδρου βυθιζόταν στο αγαπημένο του διάβασμα. Υψηλός ο δείκτης νοημοσύνης του, ισχυρή η αντιληπτική του ικανότητα, ισχυρή μνήμη και συναισθηματική συμμετοχή συνέβαλαν στο να κατακτά άνετα τη γνώση.13 Διαβάζει το Νέο Μαρτυρολόγιο με δάκρυα στα μάτια, ζώντας τους άθλους των νεομαρτύρων της Τουρκοκρατίας. Είχε διαβάσει συγχρόνως και ολόκληρο τον Παπαρρηγόπουλο, καλλιεργώντας έτσι το ιστορικό του ενδιαφέρον.

   Ο άριστος μαθητής διαβάζει και γράφει. Βγάζει συγχρόνως την δακτυλογραφημένη εφημεριδούλα «Γυμνασιακή» κι αργότερα, με άλλους στη Φιλολογική τους παρέα εκδίδουν «δεκαπενθήμερο μαθητικό περιοδικό» τη «Νιότη».14 Δημοσιεύει στις διάφορες τοπικές εφημερίδες, στέλλει συνεργασία στη «Νέα Εστία». Σε όλες αυτές προτεραιότητα έχουν τα ποιήματά του, της μαθητικής ηλικίας, δημοσιευμένα στο Γ’ μέρος της συλλογής, «Όταν ανθίζουν τα κρίνα» (Έκδοση «Δαμασκός», Αθήναι 1950).

     Αλλά και όλα προοιωνίζουν το λαμπρό μέλλον και τη δόξα του νεαρού λογοτέχνη. Μέσα στην ανήσυχη εφηβική ψυχή συντελείται μία μυστηριώδης ζύμωση. Ο σπόρος της ευσέβειας που του φύτεψαν στην ψυχή ο ενάρετος λευίτης, πατέρας του και η «ατίμητη μάνα», η καλλιέργεια η εσωτερική χάρη στη συμμετοχή του στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της λατρείας, ωρίμασαν τόσο την ψυχή του, ώστε να στραφεί στα ωραία, στα μεγάλα και στα ιερά. Αυτόν τον βαθύ πόθο της καρδιά του, θα διατυπώσει σε σχολική έκθεση με θέμα: «ποίαν επιστήμην προτίθεσθε να εκλέξητε και διατί». Η έκθεση αυτή είναι ένα διαμάντι πνευματικό. Συνοψίζει τις επιθυμίες του στην τελική του απόφαση να σπουδάσει Θεολογίαν. «Η Θεολογία, το όνειρον των ονείρων μου, το ιδανικόν των ιδανικών μου».15  Με άγια συγκίνηση άκουσαν τον πόθο του Αλέξανδρου οι ευλογημένοι του γονείς. Με αγαλλίαση το έμαθε κι ο γέρο – παππούς, ο απλοϊκός μπάρμπα – Μιχάλης από τα Μεστά, που προθυμοποιήθηκε να συνδράμει οικονομικά στις σπουδές του εγγονού του, βάζοντας εν ανάγκη υποθήκη και τα χωράφια του.16

   Το 1930 ξεκινά ο Αλέξανδρος σε ηλικία 15 ετών με τον ιερέα πατέρα του για την Αθήνα. Δεν κατευθύνθηκε στα φιλολογικά σαλόνια αλλά με νεύση Θεού πήρε τον ανήφορο της μοναστικής Αδελφότητας της «Ζωής».17

  Πόθος του ιερός, «το ακριβό μυστικό» του η αφιέρωσή του στον «γλυκύν μας Χριστόν», όπως έλεγε. Μία απόφαση αυταπαρνήσεως και θυσίας. Ο Γκιάλας δεν ήλθε απλώς να εγγραφεί στη Θεολογία αλλά να δώσει τη ζωή του στο έργο του Χριστού. Να δώσει τη ζωή του στο έργο του Χριστού σε μία εποχή που μεσουρανούσε η υλιστικότητα και η διαφθορά. Πρόγραμμά του εδώ θα είναι εργασία, προσευχή, περισυλλογή. Φορεί τη μπλούζα της δουλειάς και γίνεται ο εργάτης φοιτητής. Χωρίς να υστερεί στο Πανεπιστήμιο, αφού εξάλλου και πάντοτε αρίστευε αλλά πήρε κατόπιν διαγωνισμού το πρώτο χρηματικό βραβείο του Καθηγητού Λειβαδά.18  Μετά την εργασία αφοσιώνεται στην προσευχή και τη μελέτη τη θεολογική. Ο Γκιάλας εγκαταλείπει τώρα την τέχνη για να δοθεί στο μεγάλο του ιδανικό. Έθαψε εκούσια το ταλέντο του για μία επταετία, για να βλαστήσει αργότερα ώριμο, ολοκληρωμένο και λαμπρότερο, έτοιμο για μία πλούσια καρποφορία.

   Μία επταετία σιγής και προετοιμασίας κατά την οποίαν συντελείται μία μυστική κυοφορία.19 «Κι έσκυψε στα λόγια της Γραφής μ’ όση και το λάφι δίψα σκύβει», όπως είπε ο ίδιος για τον πατέρα Ευσέβιο. Εκτός από το βιβλίο της Ζωής μελετά αχόρταγα τους Πατέρες της Εκκλησίας, ειδικά τους Τρεις Ιεράρχες, που τόσο αγάπησε. Διαβάζει και σύγχρονους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως τον π.. Ευσέβιο Ματθόπουλο, τον ιδρυτή της «Ζωής». Ποθεί να γίνει «της Βασιλείας των ουρανών εραστής» και «ζηλωτής του των αγγέλων βίου».20

   Ο Βερίτης από το 1930 έως το 1938 έθαψε μέσα του το λογοτέχνη, τα όνειρά του, τον εαυτό του, για να απλώσει ρίζες να στερεωθεί βαθειά στη γη ή καλύτερα στον ουρανό, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί μία απόλυτη καθοδήγηση. Μέχρι το 1935, αν και πολύ το επιθυμούσε να αναμιχθεί στο φοιτητικό Ακαδημαϊκό Κοινωνικό Σύνδεσμο που ιδρύθηκε στα 1933 δεν είχε τη σχετική άδεια και ευλογία να το κάνει.21 Εκτός από την καθημερινή εργασία του της «διεκπεραιώσεως» στα γραφεία της «ΖΩΗΣ», κινείται στα Κατηχητικά Σχολεία, ανάμεσα στους φοιτητές. Στους ιερούς ναούς της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα, του Αγίου Ιωάννου Γαργαρέττας και του Αγίου Νικολάου στα Πευκάκια, αντήχησε η ζεστή φωνή του Γ. Βερίτη. Ο νεαρός Κατηχητής συνήρπαζε τις ψυχές των παιδιών, τα ενέπνεε, τα ενθουσίαζε. Γι’ αυτό κι όσοι μαθητές την επομένη χρονιά πήγαιναν στο Ανώτερο Κατηχητικό στη Χρυσοσπηλιώτισσα, επισκέπτονταν ξανά μετά το πέρας του μαθήματος το Μέσον, στη Μεταμόρφωση, για να συναντήσουν τον Αλέξανδρο Γκιάλα, να συζητήσουν μαζί του, να εμπνευστούν. Σ’ αυτόν κατέφευγαν επίσης όταν οι Καθηγητές τους ανέθεταν εργασίες που απαιτούσαν επιχειρηματολογία και δυνατή βιβλιογραφία. Ο Γκιάλας ήταν ενημερωμένος επιστημονικά, χάρη στην ευρυμάθειά του.22

   Το Κατηχητικό για τον Γκιάλα ήταν μία ψυχαγωγία συγχρόνως και ιεροτελεστία. Αφιέρωσε δύο δωδεκάδες ποιήματα για τα παιδιά, που τα έβλεπε σαν ζωντανές εικόνες ομορφιάς και αγνότητας, μπροστά στις οποίες στεκόταν «μετά φόβου και τρόμου».23

    Σε όλα υπάκουος και πρόθυμος ο Αλέξανδρος. Στην υπηρεσία του στην κουζίνα της Αδελφότητος, παντού. Κι η καθημερινή ζωή και η συμπεριφορά του απέριττη και απλή. Την αφοσίωση στο έργο του σημειώνουν τα απλά του σημειωματάρια, που δεν τα προόριζε για τη δημοσιότητα αλλά είναι ανάβλυσμα ψυχής.

   Το κύριο θέμα του είναι η αυτοεξέταση και η «εργασία επί του εαυτού μας», η αποκοπή των ελαττωμάτων μας. Προσέχει κάθε συμβουλή, κάθε γνώμη που άκουγε στη σύναξη της Αδελφότητος. Πίσω από τις μεγάλες «Ωδές» του κρύβεται ένα «Διάγραμμα της επί του εαυτού μας εργασίας». Έτσι, πονήματά του όπως η «Ωδή του Αγαπητού» ήταν σύνθεση που γράφτηκε με το αίμα της καρδιάς του. Τέσσερα σημειώματα που μας άφησε όταν τέλειωσε το τρίτο έτος της Θεολογίας μαρτυρούν το μυστικό αγώνα της ψυχής του, τους ευγενείς πόθους και οραματισμούς του.24

   Ο Γκιάλας ξέρει να κλείνεται στο «ταμείον» του, να βγαίνει και στο στίβο. Εργάζεται για τη διαφώτιση της χριστιανικής νεολαίας, εργάζεται στο φοιτητικό τομέα, μέσα του ανάβει το «πάθος» της δράσεως. Κι όταν το 1933 ιδρύεται ο Ακαδημαϊκός Κοινωνικός Σύνδεσμος», θα δώσει όλο το νεανικό σφρίγος και παλμό για μία δεκαετία. Ο Γκιάλας πάντοτε η ψυχή του. Παίρνοντας το πτυχίο του ρίχνεται με ένθεο ζήλο στον αγώνα.25  Πέντε όπλα χρησιμοποιεί: διαλέξεις, φυλλάδια, προκηρύξεις, δημοσιογραφικούς αγώνες, επιστημονικές συζητήσεις.26  Καλλιεργεί το δημοσιογραφικό του τάλαντο.

    Από τα οκτώ τεύχη που εξέδωσε ο «Ακαδημαϊκός» τα τρία είναι έργα δικά του με θέματα: «Αι παλαιοντολογικαί έρευναι και η καταγωγή του ανθρώπου», «Οι σοφοί περί Θεού και Θρησκείας», «Οι μεγάλοι άνδρες περί Χριστιανισμού». Για τη σπουδαιότητα και πρωτοτυπία των μελετών αυτών απεφάνθησαν διακεκριμένοι Έλληνες Καθηγητές. Ο Ακαδημαϊκός Κοινωνικός Σύνδεσμος θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν μικρογραφία της Ακαδημίας των Επιστημών στο Παρίσι.

   Ο Γκιάλας χρησιμοποιούσε και τις προκηρύξεις αλλά ήταν και πρώτος σε συζητήσεις με αντιφρονούντες Καθηγητές στο Πανεπιστήμιο. Συνδύαζε την μαχητικότητα με την ευγένεια, την αποφασιστικότητα με τη σύνεση. Ζούσε τον χριστιανικό αγώνα. Ήταν γεννημένος γι’ αυτόν. Ήταν ο «εργάτης» κι όχι ο «ερασιτέχνης».27  Κι έτρεχε παντού. Πεζοπορώντας ή με το ποδήλατο, με απλή εμφάνιση, φορώντας κάποτε τραγιάσκα.

   Το 1940 δημοσίευσε στις «Ακτίνες» ένα άρθρο που έκανε μεγάλη εντύπωση. Μ’ αυτό παρουσίαζε τον Ιωάννη το Χρυσόστομο ως κοινωνιστή. Τότε τον παρακίνησαν να εκπονήσει μία διατριβή επί διδακτορία πάνω στο θέμα αυτό. Ο Γκιάλας απάντησε ότι προτιμούσε να κάνει ένα δημοσίευμα στις «Ακτίνες» που θα το διάβαζαν 6 – 7 χιλιάδες άνθρωποι παρά μία εργασία που θα απασχολούσε 6 – 7 Καθηγητές του Πανεπιστημίου.28

   Κάποτε είπε σε φίλο του: θα ήμουν ευχαριστημένος αν κάθε άρθρο μου γινόταν αφορμή να σωθεί μία ψυχή.29

   Ο Βερίτης υπήρξεν φύση ερευνητική. Ασχολείται με την Απολογητικήν, υπακούοντας στις ανάγκες της εποχής. Στη συνέχεια, στρέφεται προς τις ανθρωπιστικές επιστήμες και μάλιστα προς τη Φιλολογία.

  Ανακαλύπτει θέματα και προβλήματα που χρειάζονται έρευνα για να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Επιλέγει πρόσωπα και γεγονότα.

   Ιδιαιτέρως αγαπά τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, δημοσιεύοντας στις «Ακτίνες» (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1942), με αναφορές στις μελέτες του Σπ. Ζαμπέλιου «Άσματα δημοτικά μετά μελέτης περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού» (1852) και «Βυζαντιναί Μελέται» (1857).

  Με τα δημοσιεύματά του αυτά ο Βερίτης ενισχύει την θέση ότι η Ελληνοσώτειρα Εκκλησία είχε περιθάλψει τις ιδιότητες, οι οποίες έμελλε να ανασχηματίσουν την Ελληνική του Γένους πατρίδα, θέση με την οποία συμφώνησαν τότε (1942) όλοι οι μεγάλοι ιστορικοί.30

 Η μελέτη αυτή του Βερίτη θεωρήθηκε πρωτοποριακή διότι ανακαλύπτεται ότι ο Σπ. Ζαμπέλιος πολύ προ του Παπαρρηγόπουλου διεπίστωσεν την συνέχεια του Ελληνικού Έθνους μέσω του Βυζαντίου. Αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητα της μελέτης αυτής, ο Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, όταν δημοσιεύει την «Εισαγωγήν εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν (1952), παραπέμπει εις τον Γ. Βερίτην για τον Σπ. Ζαμπέλιον.31

  Όπως βλέπομε ο Βερίτης δεν υπήρξεν μόνον ο «poeta laureatus», ο δαφνοστεφής ποιητής όπως τον αποκάλεσε σπουδαίος ακαδημαϊκός διδάσκαλος,32  αλλά και ο καταξιωμένος ερευνητής. Αγαπητό πρόσωπο για τον Βερίτη υπήρξεν ο Ερνέστος Ψυχάρης, στον οποίον αφιέρωσε το ποίημα «Ω λευκέ αδελφέ μας Ερνέστε» και αργότερα μετέφρασε το έργο του «το ταξίδι του εκατοντάρχου», αφού ο Ερνέστος Ψυχάρης συντάχθηκε με το μέρος των Πατέρων του, εναντίον του αρνητού πατέρα του, Γιάννη Ψυχάρη. Αναμετριέται με τον Εμμανουήλ Ροΐδη με κριτικές μελέτες του και επίσης αποκάλυψε άλλες κριτικές μελέτες μεγάλων ερευνητών, καταρρίπτοντας έτσι τις θεωρίες του Ροΐδη για την αποκλειστική επίδραση του περιβάλλοντος, που απέρριπτε την ύπαρξη ελληνικής ποίησης. Ο Βερίτης ασχολείται και με τον Άγγελο Βλάχο, υγιή αγωνιστή.

  Οι παραπάνω μελέτες επιβάλλουν τον Βερίτη όχι μόνον ως ερευνητήν αλλά και σπουδαίον κριτικόν, γνώστην και της Νεοελληνικής όσον και της Γαλλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παραγωγής. Πρωτοποριακός αποδεικνύεται ο Βερίτης και στη μελέτη του «Το αναμορφωτικόν έργον των Κολλυβάδων και οι δύο Αλέξανδροι (Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης). Ανακαλύπτει εκεί τους τρεις λογίους, Μακάριον Νοταράν, Αθανάσιον Πάριον, Νικόδημον Αγιορείτην. Οι παρατηρήσεις του για το κίνημα των «Κολλυβάδων» εύστοχες και αξιοπρόσεκτες.33

   Πρωτοποριακή υπήρξε και η έρευνα του Βερίτη, με το ψευδώνυμο Λαμπρινός αυτή τη φορά, για το «Χριστιανικό βιβλίο και το αναγνωστικό κοινό στα χρόνια της Τουρκοκρατίας» («Ακτίνες», Πανηγυρικό τεύχος, Πάσχα 1943).

  Η μέχρι τότε υπάρχουσα ελάχιστη βιβλιογραφία (Α. Παπαδόπουλος – Βρετός, Ματθαίος Παρανίκας, E. Legand), αποτελεί μεγάλη συμβολή στην έρευνα, διότι ο Βερίτης αποκαλύπτει το πλήθος των βιβλίων με χριστιανικόν περιεχόμενον που εξεδίδοντο κατά την περίοδον της Τουρκοκρατίας αλλά και την ποικιλίαν των ειδών. Αγία Γραφή, Εκκλησιαστικά βιβλία, Πατέρες της Εκκλησίας, επιστημονοθεολογικά, οικοδομητικά, διδακτικά. Ο Βερίτης θα καταγράψει και τα τυπογραφεία που λειτουργούν σε διαφόρους τόπους κατά την Τουρκοκρατίαν, υπογραμμίζοντας την εξαιρετική κυκλοφορία εντύπων την εποχήν αυτήν.34

  Ασχολήθηκε, επίσης, με κίνημα των χριστιανών διανοουμένων για τη δημοτική γλώσσα, για το «χριστιανικό βιβλίο στη σημερινή Ελλάδα», παρέχοντας άριστα στατιστικά στοιχεία και σημειώνοντας τα εκδοτικά κέντρα. Μετά από 30 – 40 χρόνια προστέθηκαν πληρέστερες πληροφορίες από άλλους ερευνητές. Έως τότε η εργασία του Γ. Βερίτη παραμένει πρωτοποριακή, όπως επίσης και η μελέτη του για τις «χριστιανικές» επιδράσεις στα δημοτικά τραγούδια.

   Ο Βερίτης ερευνά και βυζαντινά κείμενα ωθούμενος από απολογητική ανάγκη για να απαντήσει στους αρνητές της πίστης και του Βυζαντίου. Δημοσιεύει άρθρο στις «Ακτίνες», Χριστούγεννα 1943, με θέμα «Η γυναίκα στο Βυζάντιο», στηρίζοντας τις θέσεις του στη Βυζαντινή Νομοθεσία, τόσο στο Ιουστινιάνειον Δίκαιον όσο και στη Νομοθεσία των Ισαύρων.35

   Θα καταφύγει ο Γ. Βερίτης και σε φιλολογικές πηγές, όπως στο Θεόδωρο Πρόδρομο ή Πτωχοπρόδρομο για να περιγράψει τη ζωή της γυναίκας στις λαϊκές τάξεις. Κι η εργασία των αυτή παρέχει πολλά στοιχεία πριν ακόμη εκδώσει ο Φαίδων Κουκουλές το έργο του «Βυζαντινών Βίος και πολιτισμός».

   Ο Βερίτης είναι περισσότερον γνωστός ως ποιητής. Αρκετά ποιήματά του μελοποιημένα τραγουδήθηκαν ώστε διατρανώθηκε η ποιητική του φήμη. Πολλοί, βεβαίως, διανοούμενοι εξήραν τον Βερίτην ως ερευνητήν. Ο Ακαδημαϊκός Π. Μπρατσιώτης, ο Ευάγγελος Φωτιάδης, ο Σ. Καλησπέρης (= Σοφοκλής Χατζηδάκης) και πλήθος άλλοι.36

   Ο Βερίτης, όμως, ασχολήθηκε και με θέματα ελληνικής Ιστορίας από την αρχαία Ελλάδα μέχρι το Βυζάντιο και τη νεώτερη Ελλάδα. Τον απασχολούν μεγάλες μορφές όλων των εποχών, όπως οι Τρεις Ιεράρχες, ο Αυγουστίνος, Άγγελος Βλάχος, Σπ. Ζαμπέλιος, Παπαδιαμάντης, Σολωμός κ.α. Παρουσιάζει και κορυφαίους διανοούμενους της σύγχρονης Γαλλίας και της Ευρώπης γενικότερα.

   Στα τριάντα του χρόνια τοποθετεί στέρεα το θέμα της Τέχνης στη ζωή μας αναφερόμενος σε κορυφαία παραδείγματα. Με τρία διηγήματά του κάνει την πρώτη σοβαρή εμφάνισή του στον πνευματικό χώρο της Ελλάδος. Το πρώτο, τον Γησίλα, έγραψε σε ηλικία 24 ετών. Συγχρόνως, γράφει βιβλίον «Παροιμίαι», όπου εξαίρει το ομώνυμο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης με παροιμίες δικές μας. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα δώσει το «Χριστιανικές επιδράσεις στα δημοτικά μας τραγούδια». Ήθελε μ’ αυτές τις μελέτες να δείξει ότι το πνεύμα της Αγίας Γραφής, δεν είναι έξω από το κλίμα του λαού μας, αλλά ριζωμένο μέσα του βαθειά και εκφράζεται με παροιμίες και τραγούδια.37

   Οι θέσεις του Βερίτη θα επιβεβαιωθούν εννιά χρόνια αργότερα, το 1952 από τον ονομαστό συλλέκτη δημοτικών τραγουδιών, Άγι Θέρο.

  Σε δύο άρθρα του για τα Χριστουγεννιάτικα και Πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη περιστρέφεται γύρω από τις αγαπημένες του έννοιες: πίστη – λαός – λογοτεχνία – Παπαδιαμάντης.

   Κάθε του προσπάθεια ξεκινά από το αδιάφθορο μέρος της καρδιά του.38

  Με άλλη κατηγορία γραπτών του ο Βερίτης θέλει να γκρεμίσει κάθε σάπιο. Άλλωστε, δεν το παιάνισε με το ποιητικό του δοξάρι; «Είμαστε χτίστες εμείς, ξερριζωτές και φυτευτές». Με τα έργα του «Αλεξικέραυνον», «Μεγάλοι Μύσται», «Ενός μη ειδικού» και με δύο κριτικά σημειώματα κρίνει τα έργα του Κλέωνος Β. Παράσχου, «Εμμανουήλ Ροΐδης».

  Επανέρχεται με δριμύτητα στον συγγραφέα της «Πάπισσας» και στον Γιώργο Θεοτοκά για το έργον «Θέατρον» και με ισχυρά τεκμήρια. Παρουσιάζει τις αντιφάσεις και τα μειονεκτήματα των έργων αυτών. Με το έργο του «Αλεξικέραυνον» ασκεί αδυσώπητη κριτική στην αντιπνευματικότητα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.39

  Ο Roser Milliex ενθουσιασμένος από το αγωνιστικό έργο του Βερίτη του απευθύνει διθυραμβικά σχόλια.40

 Θα γράψει επίσης για τον Βερίτη ο π. Ιωάννης Αλεξίου: «Ήταν οι φράσεις του και τα νοήματά του, σαν τη λάβα, που ξεπετάγεται από καυτερό ηφαίστειο. Η ψυχή του ήταν της πίστεως ηφαίστειο, τα λόγια του καυτερή λάβα, που έκαψε κάθε σάπιο και άναβε φλόγες …».41

  Η αλήθεια και η Ζωή που πήγαζαν από την Αλήθεια και τη ζωή ανέβασαν τον Βερίτη, στην κορυφή της υψηλής δημιουργίας ώστε σε ηλικία 33 ετών να έχει επιτελέσει έργο εκατό ετών.42

  Ο Βερίτης ενθουσίασε και σάλπισε στίχους και πεζά, αλλά παράλληλα στοχάσθηκε και ερεύνησε.43

  Το ερευνητικό όπως και κάθε έργο του Βερίτη, σε ρέον γλωσσικό ύφος διαβάζεται απνευστί. Διανθισμένο πολλές φορές με χιούμορ. 35 επιστημονικές μελέτες του φιλοξενούνται στις «Ακτίνες» για μόλις 9 χρόνια, από το 1940 έως το 1948. Ο Βερίτης όπως θα γράψει σύγχρονος διανοητής ήταν παρών στη ζωή, παρών στον άνθρωπο.

 Με το στίχο, με το τραγούδι, με την επιστημονική πραγματεία, με το βαθύ στοχασμό, προπάντων όμως με την πίστη.44  Ο γνωστός κριτικός της λογοτεχνίας, Αντρέας Καραντώνης, μιλώντας στο ραδιόφωνα για το Βερίτη είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του είπε: <<Ο Βερίτης ήταν αληθινός, ήταν πνευματικός άνθρωπος «εκ των έσω», γι’ αυτό και οι ιδέες του δεν είχαν ανάγκη από πολλές αναπτύξεις, από φραστικές αμφιέσεις και από διανοητικούς βερμπαλισμούς, για να διατυπωθούν>>. Και ο γνωστός Γάλλος Καθηγητής Roger Milliex έγραψε στις 10 Ιουνίου 1986 ότι ο τρίτος σταθμός στη γνωριμία του με τη Χριστιανική Ελλάδα, μετά το Άγιον Όρος και τον ποιητή Τάκη Παπατσώνη, ήταν ο Βερίτης. Η συνοδοιπορία μαζί του ποτέ δεν διακόπηκε και όταν ακόμη ο ίδιος έφυγε από την Ελλάδα. Έμενε μέσα του η ζωντανή και ακριβή παρουσία του νεαρού ποιητή, ανάμεσα στις πιο αποκαλυπτικές.45

  Στον πόλεμο του ’40 ο Γκιάλας δεν στρατεύθηκε λόγω υγείας, αλλά πολέμησε με τη γραφίδα, με την ψυχή και τον ενθουσιασμό του. Ιδιαίτερα εργάσθηκε στην «Πρόνοια Στρατευομένων», που ίδρυσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, και συγκεκριμένα στο τμήμα «Συντροφιά του αγωνιστού», το οποίο φρόντιζε για την αποστολή εντύπων και επιστολών στους αγωνιζόμενους στρατιώτες.

  Όταν το Έθνος δουλώθηκε, ο Γκιάλας έμεινε αδούλωτος. Με συγκεντρωμένες τις δυνάμεις, με σφιγμένα τα χέρια, με την ψυχή πιο ψηλά: Θα δουλέψομε, θα φωνάξομε, θα παλέψομε», συνήθιζε να λέγει.46

  Μνημειώδεις οι εξορμήσεις το Πάσχα και τα Χριστούγεννα του 1943 για το πανηγυρικό τεύχος των «Ακτίνων» και για το «Μήνυμα», που χάρισαν φως στις δύσκολες ημέρες της Κατοχής.

  Το βράδυ, στις αίθουσες του «Αποστόλου Παύλου» άκουγε όλος χαρά τον απολογισμό του καθενός, σχολίαζε με χιούμορ και κατόπιν τους τραγουδούσε τα καινούργια του τραγούδια.

"Τον πύργο χτίζουμε όλοι αντάμα,

κουράγιο αδέλφια για το τάμα

πούχομε κάμει στο Χριστό"

  Ατμόσφαιρα συγκινητική, με οπτικοακουστικοκινητικές εικόνες, όπου άκουγες νοερά, τον γλυκό ήχο από το πελέκημα των αγκωναριών, σε μία ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από άκρατο ενθουσιασμό.47

 Πίσω απ’ τον πόνο της σκλαβιάς αντίκρυζε κανείς την αναστάσιμη χαρά με την ελπιδοφόρα πραγματικότητα ενός χριστιανικού αναγεννητικού κινήματος. Το όραμα όλων:

"Μιά καινούργια Ελλάδα θέμε,

μιάν Ελλάδα του Χριστού".

  Κι ο Γκιάλας μπροστάρης και στις φοιτητικές κατασκηνώσεις. Επόπτης κι εκεί. Σκάρωνε ποιήματα. «Ο Χριστός αρχηγός μας» και «Όλοι εμπρός στον αγώνα». Από τότε άρχισε η σειρά των αγωνιστικών τραγουδιών που ηλεκτρίζουν τις καρδιές. Ακολούθησαν τα «Κάλαντα της σκλαβιάς» που τραγούδησαν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι φοιτητές κάτω απ’ τη μπότα του κατακτητή και αργότερα το «Τραγούδι της λευτεριάς» που τραγουδήθηκε στους ίδιους δρόμους των Αθηνών, μόλις έφυγαν οι Γερμανοί.48 Μέχρι το 1946 που αρρώστησε ο Γκιάλας ήταν έφορος των καινούργιων τότε «Χριστιανικών Μαθητικών Ομάδων». Με μαχητικότητα καθοδήγησε τα «πρωτάνθιστα λουλούδια των Χριστιανικών Μαθητικών Οργάνων στα πρώτα τους βήματα, με άψογο παιδαγωγικό τρόπο, συνδυάζοντας διδασκαλία και ψυχαγωγία.49 Με πνεύμα χαράς και δημιουργικότητας φλόγιζε ο Γκιάλας τις απαλές ψυχές, είτε όταν τους έδινε το σύνθημα της χρονιάς, είτε όταν προκήρυσσε ένα φιλολογικό διαγωνισμό στην εκδρομή ή στην κατασκήνωση.50

  Κι οι επιστολές του Γκιάλα, διαμάντια πολύεδρα. Προς τους γονείς, τους αδελφούς, τους συνεργάτες του. Μαρτυρούν το σεβασμό και την ευγνωμοσύνη προς τον ιεροδιδάσκαλο πατέρα του, την στοργική μητέρα, την στοργή προς τ’ αδέλφια που συνετά και πνευματικά συμβουλεύει. Κι όταν ο ήρωας αδελφός, Γιώργος σκοτώνεται στο Ρίμινι ηρωικά μαχόμενος παιανίζει στίχους λυρικούς, ηρωικούς, πνευματικούς στο γνωστό ποίημά του «Στον τάφο σου στο Ρίμινι».

  Αλλά η επίγεια ζωή του Βερίτη επρόκειτο σύντομα να τελειώσει, για να ζήσει στο Φως μιας νέας ζωής. Ο ίδιος το διαισθάνεται: «Μπουρίνι θα ξεσπάσει: Ποιος το ξέρεις;», γράφει. Τον θυμήθηκε η παλιά του μυοκαρδίτιδα, το φθινόπωρο του 1945. Μα, ήταν αποφασισμένος να περπατήσει μαζί με το Χριστό και στης γαλήνης τις στιγμές και στ’ αγριοκαίρια».

  Στις 18 Φεβρουαρίου 1946, ενώ ετοίμαζε το εβδομαδιαίο μάθημα, για τους φοιτητές ξέσπασε το μπουρίνι. Ο αγωνιστής έπεσε, στη μάχη κι έλαμψε μέσα του η αρετή της υπομονής και της καρτερίας. Δίδαξε με το άφωνο παράδειγμά του στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού και δύο χρόνια μετά στην Αγία Παρασκευή.51

"Σαν έρθη ο πόνος να σε βρει

να τον δεχθείς παληκαρίσια

Στάσου λεβέντης σαν τη δρυ

τη λαμπαδόκορμη την ίσια

Δώρο δικό σου είναι κι ο πόνος

δώρο δικό σου κι ακριβό

Και φθάνω να σ’ αγνωμονώ

γι’ αυτές τις ώρες που πονώ"52

  Ο ποιητής καρτερεί τη μεγάλη ώρα που θα συναντήσει τον Χριστό με τον οποίο «λαχτάρησε να ζήσει».

  Στις 5 Μαΐου 1948 μόλις είχε μπει η Άνοιξη, μόλις είχε γιορτασθεί η Ανάσταση, μόλις είχε ανατείλλει ο ήλιος, ο Αλέξανδρος άπλωσε τις «τετράδιπλες φτερούγες» της ψυχής για να ανταμώσει τον «Ωραίο» της, «ψηλότερα απ’ τους κόσμους της απάτης.

 Η κηδεία του μία κατανυκτική μυσταγωγία. Η νεκρώσιμη ακολουθία αναστάσιμη. Τόσοι νέοι που είχαν δακρύσει από ενθουσιασμό στο άκουσμα των τραγουδιών του έχυναν κρουνούς δακρύων κατά την εξόδιον ακολουθίαν του. Κι ο θρήνος έφθασε μακριά μέχρι την ελληνική ύπαιθρο μέχρι το μέτωπο, μέχρι τον ξενητεμένο ελληνισμό, παντού όπου υπήρχαν ελληνικές χριστιανικές καρδιές.

  Κι οι επικήδειοι λόγοι βαθείς, οικοδομητικοί, παραμυθητικοί.53  Και τα δημοσιεύματα για την εκδημίαν του Αλέξανδρου Γκιάλα και οι επιστολές οι συλλυπητήριες και τα ποιήματα – αφιερώματα και οι αφιερωματικοί τόμοι μαρτυρούν το μέγεθος το πνευματικό του εκλιπόντος. Αξίζει η μελέτη της ζωής και του έργου του Γ. Βερίτη. Θα συμβάλλει στον ηθικό επανεξοπλισμό μας.

  Συγκινητική, πνευματική, βαθειά η επιστολή την οποίαν απηύθυνε ο μακαριστός πατέρας του ποιητή, παπά Γιάννης Γκιάλας, στον μακαριστόν πατέρα Σεραφείμ Παπακώσταν, Προϊστάμενον της Αδελφότητας Θεολόγων «η Ζωή», όταν πληροφορήθηκε το θάνατο του Αλέξανδρου.

  Αποτελεί ένα πνευματικό καταπίστευμα που θα άξιζε να αναγνώσομε έστω τις ακροτελεύτιες γραμμές της. «Αν είναι δυνατόν να ακουσθεί η ασθενής φωνή μου, παρακαλώ να μεταδοθεί ο ευχαριστήριος χαιρετισμός μου, έγραφε ο σεβαστός λευίτης εις όλους τους νέους και τας νεάνιδας, επιστήμονας, φοιτητάς και εργαζομένους, όσους επύκνωσαν τας τάξεις της χριστιανικής κινήσεως της ελληνικής νεότητος, της οποίας ο Αλέξανδρός μου ετραγούδησε την ωραίαν εξόρμησιν δια την συγκρότησιν της επιθυμητής Χριστιανικής κοινωνίας της αύριον.

  Ασφαλώς η σταθερά ανάπτυξις μιας κοινωνίας μέσα εις το άπλετον χριστιανικόν φως θα είναι «το ωραιότερον μνημόσυνον και η μεγαλυτέρα ικανοποίησης της ψυχής του».54

  Ευχηθείτε Σεβασμιώτατε, να πραγματοποιηθούν τα λόγια αυτά του σεμνού λευίτη παπά Γιάννη Μιχ. Γκιάλα, «να αναπτυχθεί μια κοινωνία μέσα στο άπλετον Χριστιανικόν φως».

  Πριν κλείσω θα ήθελα να εκφράσω και προσωπικά την ευγνωμοσύνη μου προς τον αείμνηστον Γ. Βερίτη, ο οποίος με τα ποιήματά του φλόγισε τις ψυχές μας και μας ενέπνευσε από τα ελπιδόμεστα μαθητικά μας χρόνια να αγωνιζόμαστε και να προχωρούμε.

"Πάντα μπροστά κι όλο ψηλότερα

κι όλο στα ωραία και στα μεγάλα"


1. Αρχιμ. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, Αλέξανδρος Γκιάλας, Γ. Βερίτης, Αθήνα, 1988, σ. 7, εκδόσεις «Δαμασκός». – Αλέξανδρος Γκιάλα,, Γ. Βερίτης, Αθήνα 2008, εκδόσεις ΧΦΕ.

2. Οδυσσέας Ελύτης, «Άξιον εστί», τα Πάθη.

3. Ι. Μ. Γκιάλας, Ιστορικαί σημειώσεις περί Μεστών και Ελάτας Χίου, Χίος 1978.,

4. Αρχιμ. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, ο.π., σ. 7.

5. Βλ. Αλέξανδρος Γκιάλας, Γ. Βερίτης, Αθήνα 2008, ο.π., έκδοση Χ.Φ.Ε., σ. 11.

6. Ο ποιητής χθες και σήμερα. Αισθητικό μανιφέστο, Μάϊος 1968, Χριστιανική Ένωσις Επιστημόνων, οπισθόφυλλο.

7. Βλ. ο.π., σ. 12, 13. Αλέξαντρος Γκιάλας, ο.π., σ. 11, 12, έκδοση Χ.Φ.Ε.

8. Αλέξανδρος Γκιάλας, Γ. Βελίτης, ο.π. εκδόσεις «Δαμασκός», σ. 10 και 11.

9. Αρχιμ. Ηλία Μαστρογιαννόπουλου, ο.π., σ. 12.

10. Μιχαήλ Γ. Γκιάλας, Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη, 1996, σ. 53, 54.

11. Ιωάννης Β. Μενούνος, Γ. Βερίτης (1915 – 1948(, Αθήναι, 1965, σ. 41.

12. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, ο.π., σ. 13.

13. ο.π., σελ. 13, 14.

14. ο.π., σ. 14.

15. ο.π., σελ. 15, 16.

16. ο.π., σελ. 18 – Αναμνήσεις Μιχαήλ Ι. Γκιάλα, Θεσσαλονίκη 1996, ο.π., σ. 56, 57.

17. Αλέξανδρος Γκιάλας, Αθήνα 2001, έκδοση Χ.Φ.Ε., ο.π., σ. 26.

18. Αλέξανδρος Γκιάλας, ο.π., έκδοση Χ.Φ.Ε., σ. 26, - Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, ο.π., σ. 20

19. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, ο.π., σ. 20, 21.

20. ο.π., σ. 21.

21. Ιωάννης Μενούνος, Γ. Βερίτης (1915 – 1948(, Αθήναι, 1965, ο.π., σ. 19.

22. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, Μερικές αναμνήσεις, «Ακτίνες», Φεβρουάριος 2006, σ. 51, 52.

23. Ι. Μενούνος, ο.π.

24. Αρχιμ. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, ο.π. σ. 22, 23.

25. Ίδιος, ο.π., σ. 31, 32.

26. Ίδιος, ο.π.

27. Ίδιος, ο.π., σ. 33 – 35.

28. Ιωαν. Μενούνος, ο.π., σ. 24.

29. ο.π., σ. 24.

30. Παναγιώτης Γ. Νικολόπουλος, Ο Βερίτης ως ερευνητής «Ακτίνες», Φεβρουάριος 2006, σ. 46.

31. Ίδιος, ο.π.

32. Αρχιμ. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, ο.π., σ. 39.

33. Παναγ. Γ. Νικολόπουλος, ο.π., σ. 47.

34. Παναγ. Νικολόπουλος, ο.π., σ. 47, 48.

35. Ίδιος, ο.π., σ. 48.

36. Ίδιος, ο.π., σ. 49.

37. Ιωάννης Μενούνος, ο.π., σ. 90.

38. Ο Ίδιος, ο.π., σ. 93.

39. Ίδιος, ο.π., σ. 99, 100, 102.

40. Ίδιος, ο.π., σ. 103, 104.

41. ο.π., σ. 110.

42. ο.π.,

43. Παναγ. Γ. Νικολόπουλος, ο.π., σ. 49.

44. Ίδιος, ο.π., σ. 50.

45. π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, «Ακτίνες», Φεβρουάριος 2006, σ. 54.

46. Αρχιμ. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, Αλέξανδρος Γκιάλας, .π., σ. 40, 41.

47. Ίδιος, ο.π., σ. 43 – 44.

48. ο.π., σ. 44, 45.

49. ο.π.,. σ. 46, 47.

50. Ίδιος, ο.π., σ. 47, 48.

51. Αλέξανδρος Γκιάλας, έκδοση Χ.Φ.Ε., ο.π., σ. 55.

52. Γ. Βερίτη, Άπαντα. Ποιήματα, Αθήναι 1958, εκδόσεις «Δαμασκός», σελ. 195.

53. ο.π., σ. 93 κ.ε.

54. Αρχιμ. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος, Αλέξανδρος Γκιάλας, εκδόσεις «Δαμασκός», ο.π. σ. 51, 52.

Χάρτης της νήσου Χίου
 

map2  

Χίος το Αγιονήσι ( Μέρος 1ο )

Χίος το Αγιονήσι ( Μέρος 2ο )

Χίος το Αγιονήσι ( Μέρος 3ο )

Βρίσκεσθε εδω: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΟΜΙΛΙΕΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΚΙΑΛΑ (Γ. ΒΕΡΙΤΗ)