Εκτύπωση

TheioKirigma

Ἀριθμός  36

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

(Γαλ. στ΄, 11-18)

12 Σεπτεμβρίου 2021

*

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Αδελφοί, ίδετε πηλίκοις υμίν γράμμασιν έγραψα τη εμή χειρί. Όσοι θέλουσιν ευπροσωπήσαι εν σαρκί, ούτοι αναγκάζουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, μόνον ίνα μη τω σταυρώ του Χριστού διώκωνται. Ουδέ γαρ οι περιτετμημένοι αυτοί νόμον φυλάσσουσιν, αλλά θέλουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, ίνα εν τη υμετέρᾳ σαρκί καυχήσωνται. Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω. Εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ίσχύει ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις. και όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, ειρήνη επ’ αυτούς και έλεος, και επί τον Ισραήλ του Θεού. Του λοιπού κόπους μοι μηδείς παρεχέτω· εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος υμών, αδελφοί· αμήν

ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχάσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγῶ τῷ κόσμω».

Μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες ἑορτάζουμε τὴν Παγκόσμια Ὕψωση τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἡ ὁποία, ὡς ὁδοδείκτης, σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ποὺ ξεκίνησε τὴν 1η Σεπτεμβρίου. Καὶ τὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀναφέρεται ἀκριβῶς στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐπίκεντρο καὶ φωτεινὸ φάρο μέσα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, εἶναι «ὁ φύλαξ πάσης της οἰκουμένης, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας, Βασιλέων τὸ κραταίωμα, τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα».

Γράφει, λοιπὸν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἂς μὴ συμβεῖ ποτὲ νὰ καυχηθῶ γιὰ κάποιο ἄλλο πρᾶγμα, παρὰ γιὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, μέσῳ τοῦ ὁποίου ὁ κόσμος γιὰ ἐμένα ἔχει νεκρωθεῖ , ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω νεκρωθεῖ ὡς πρὸς τὸν κόσμο». Ἀρχικὰ ἂς τονίσουμε τὴν λέξη «καυχᾶσθαι» ποὺ χρησιμοποιεῖ, γιὰ νὰ δείξει τὴν ἰδιαίτερη σχέση του μὲ τὸν Σταυρό. Καύχημα τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἕνα πρόσωπο ἢ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖο αὐτὸς ἀποδέχεται, θαυμάζει, ἐξυψώνει, ἐγκωμιάζει καὶ προσπαθεῖ νὰ τὸ «ἀντιγράψει», δηλαδὴ νὰ τὸ μιμηθεῖ. Αἰσθάνεται μία ὑπερηφάνεια ποὺ ἔχει ἕνα τόσο σημαντικὸ ἴνδαλμα καὶ ζεῖ γιὰ νὰ τὸ βλέπει καὶ νὰ ἀσχολεῖται μὲ κάθε πλευρὰ τῆς ὕπαρξής του. Ἐδῶ τὸ καύχημα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ μάλιστα εἶναι τόσο ἰσχυρὸ τὸ καύχημά του αὐτό, ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴ φράση «μὴ γένοιτο», ποτὲ νὰ μὴ συμβεῖ, νὰ βρῶ κάποιο ἄλλο καύχημα ἐκτός τοῦ Σταυροῦ.  

Θὰ ἀναρωτιόταν κάποιος: «Μὰ πῶς γίνεται νὰ ἔχει ἄνθρωπος ὡς καύχημά του ἕναν μαρτυρικὸ θάνατο, τόσο ὀδυνηρὸ καὶ ἀποτρόπαιο;» Κρίνοντας μὲ τήν κοσμικὴ λογικὴ σίγουρα αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητο καὶ ἀνόητο, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν λογικὴ ὅμως αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψιστο ἀγαθό. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἕνα φοβερὸ μαρτύριο, ἀλλὰ ἡ μεγαλύτερη πράξη θυσιαστικῆς ἀγάπης ποὺ ἔγινε ποτέ. Εἶναι τὸ σύμβολο τῆς ἀγάπης, δηλαδὴ τὸ σύμβολο τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ὅποιος καυχᾶται γιὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἐνστερνίζεται καὶ ἀκολουθεῖ τὸν δρόμο τῆς ἀγάπης καὶ μιμούμενος τὸν Χριστὸ τείνει νὰ ὁμοιάσει πρὸς τὸν Θεό. Γιατί δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ ὁ μέγιστος σκοπὸς τῆς ζωῆς, τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ γενέσθαι», παρὰ μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ.

Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Σταυροῦ ἀποτελεῖ τὸ διακριτικὸ γνώρισμα τοῦ πραγματικοῦ Χριστιανοῦ, ἐνῶ ἡ ἀπόρριψή του φανερώνει τὸν ἄνθρωπο τὸν ἀντίχριστο, τὸν υἱὸ τῆς ἀπωλείας. Γράφει σχετικὰ στὴν Α’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ του ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστι, τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι». Καὶ ὁ Ἀπόστολος γνωρίζει ὅτι ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας θεωρεῖ τὸν Σταυρὸ ὡς σύμβολο ἀνοησίας! «Ἀλήθεια, πόσο χαζὸς εἶναι ὅποιος θυσιάζεται γιὰ τὸν ἄλλο!», λέγει ὁ ἄνθρωπος τοῦ κόσμου, ποὺ τὸ μόνο ποὺ τὸν ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ καλοπέρασή του, ἡ φιλοδοξία καὶ ὁ πλουτισμὸς μὲ κάθε μέσο. Ἀντίθετα, «Πόσο δυνατὸς καὶ τιμημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι αὐτὸς ποὺ θυσιάζεται γιὰ τὸν ἀδελφό του!», λέγει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται νὰ μιμηθεῖ τὸν Χριστό. Αὐτὴ ἡ ἀντιδιαμετρικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ Σταυροῦ ἀποτελεῖ μία ἀναντίρρητη πραγματικότητα καὶ δὲν ἐπιδέχεται συμβιβασμό.

Αὐτὴν τὴν ἀσυμβίβαστη ἐναντίωση στὸ κοσμικὸ φρόνημα κρατᾶ ἀταλάντευτα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος  λέγοντας τὴν φράση: «Δι’ οὗ (τοῦ Σταυροῦ) κόσμος ἐσταύρωται, κἀγῶ τῷ κόσμῳ»! Ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας δίνει τὴν ἑξῆς ἑρμηνεία στὸ χωρίο αὐτό: «Μόνον καύχημά μου εἶναι τοῦ Κυρίου ὁ σταυρικὸς θάνατος, διὰ τῆς πίστεως δὲ εἰς τὸν θάνατον αὐτὸν ἔχει νεκρωθεῖ καὶ ἔχει χάσει τὴν δύναμίν του ὡς πρὸς ἐμὲ ὁ κόσμος. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω νεκρωθεῖ ὡς πρὸς τὸν κόσμον». Μὲ τὴν προσήλωση τοῦ Χριστιανοῦ στὸ μέγιστο μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ἐξαφανίζεται ἀπὸ τὸν ὁρίζοντά του κάθε ἐγκόσμια ἐπιθυμία, κάθε χαμερπὴς φιλοδοξία, κάθε ἐφάμαρτη κίνηση τῆς καρδιᾶς, τὰ ὁποῖα προωθεῖ καὶ ἐπικροτεῖ ὁ κόσμος. Ὁ κόσμος γιὰ τὸν Χριστιανὸ «ἔχει σταυρωθεῖ», δηλαδὴ ἔχει θανατωθεῖ, καὶ σὰν νεκρὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκήσει ὁποιαδήποτε ἐπίδραση ἐπάνω του. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἔχει νεκρωθεῖ γιὰ τὸν κόσμο, δὲν ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, δὲν ἀνταποκρίνεται στὰ ἁμαρτωλὰ κελεύσματά του. Μπορεῖ νὰ ζεῖ καὶ νὰ ἐργάζεται μέσα στὸν κόσμο, ἀλλὰ εἶναι ξένος μέσα στὸν κόσμο. Καὶ ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, γιατί στὰ αὐτιὰ του ἠχοῦν οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή: «Οὐ γὰρ ἔχομεν ᾧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν».

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ παραθέσουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πρὸς Διόγνητον ἐπιστολή, ἕνα κείμενο τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, στὸ ὁποῖο ἐκτίθεται ὁ τρόπος ζωῆς τῶν Χριστιανῶν καὶ ἐκεῖ φαίνεται ἡ ἑκούσια νέκρωσή τους ὡς πρὸς τὸ κοσμικὸ φρόνημα.  «Ζοῦν στὴν δική τους ὁ καθένας πατρίδα, ἀλλὰ ὡς πάροικοι. Μετέχουν σὲ ὅλα τὰ κοινὰ ὡς πολίτες καὶ ὑπομένουν τὰ πάντα, ὅμως σὰν νὰ ἦσαν ξένοι. Ἡ ξενιτειὰ εἶναι πατρίδα τους καὶ ἡ πατρίδα τους ξενιτειά….. Γήινοι ἄνθρωποι εἶναι, ἀλλὰ δὲν ζοῦν μὲ ζωώδη τρόπο. Διαβιοῦν στὴν γῆ, ἀλλὰ ἔχουν τὸ πολίτευμα στὸν οὐρανό. Ὑπακούουν στοὺς κρατικοὺς νόμους, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους ξεπερνοῦν τοὺς νόμους. Ἀγαποῦν τοὺς πάντες, ἔστω κι ἂν διώκονται ἀπὸ ὅλους».

Ἂς κρατοῦμε καὶ ἐμεῖς τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας ὡς καύχημά μας, ἂς ἀπαρνούμαστε καθημερινὰ τὸ κοσμικὸ φρόνημα, δηλαδὴ τὴν ἁμαρτία, πάντοτε ἂς περιφέρουμε «τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ». Ἀμήν, γένοιτο!