Κυριακή
24 Οκτωβρίου

Αρέθα, Σεβαστιανής μάρτυρος, Πρόκλου πατριάρχου Κων/πόλεως

TheioKirigma

Ἀριθμός  20

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

(Πραξ. θ΄, 32-42)

23 Μαΐου 2021

*

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. Εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος΄ Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾽Ιησοῦς Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. Καὶ εὐθέως ἀνέστη. Καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾽Εν ᾽Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ [αὐτὴν] ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. Ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ ᾽Ιόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες, μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. Ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾽ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. Ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπεν, Ταβιθά, ἀνάστηθι. Ἡ δὲ ἤνοιξεν τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. Δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. Γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾽ ὅλης [τῆς] ᾽Ιόππης, καὶ ἐπίστευσαν πολλοὶ ἐπὶ τὸν Κύριον.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Δύο θαύματα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἀφηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὶς Πράξεις. Τὸ πρῶτο ἀφορᾶ τὴν θεραπεία τοῦ παραλύτου Αἰνέα μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ χρόνια καθήλωσης στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου. Τὸ δεύτερο ἀναφέρεται στὴν ἀνάσταση τῆς φιλάνθρωπης Ταβιθᾶς, τὴν ὁποία ὅλοι ἀγαποῦσαν γιὰ τὴν καλοσύνη καὶ τὶς ἀγαθοεργίες της. Καθὼς διαβάζουμε τὴν ἐξιστόρηση, διαπιστώνουμε πὼς ὑπάρχει ἕνα κοινὸ στοιχεῖο ἀνάμεσα στὶς δύο αὐτὲς θαυματουργικὲς πράξεις καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ προσταγὴ «ἀνάστηθι» ποὺ ἀπευθύνει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος.

Τὸ πρῶτο «ἀνάστηθι!», «σήκω ἐπάνω!», τὸ ἀκούει ὁ παράλυτος Αἰνέας, ὁ ὁποῖος γιὰ ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια βρίσκεται ξαπλωμένος καὶ ἀκίνητος σὲ ἕνα κρεβάτι, ζώντας μία ζωὴ τραγική, μέσα στὴν ἐξαθλίωση καὶ τὴν ἀνημποριά. Πόσα φρικτὰ βασανιστήρια περνοῦσε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, νὰ μὴν μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἔστω καὶ λίγο καὶ νὰ εἶναι ἀπόλυτα ἐξαρτημένος ἀπὸ τὴν βοήθεια κάποιων δικῶν του ἀνθρώπων! Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος-κουρέλι, «ἄχθος ἀρούρης», βάρος τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν κοινωνία καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Καὶ μέσα στὴν ἀπελπισία καὶ στὴν ἐγκατάλειψη ἀκούει τὴν πολυπόθητη φωνή: «Αἰνέα, σὲ γιατρεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός! Σήκω ἐπάνω καὶ φτιάξου, τακτοποίησε τὸν ἑαυτό σου!» Καὶ ἀμέσως ὁ Αἰνέας «ἀνέστη», σηκώθηκε καὶ περπάτησε. Εἶναι δυνατὸν νὰ προσμετρηθεῖ ἡ χαρὰ αὐτοῦ του πρώην ταλαίπωρου ἀνθρώπου; Ὑπάρχει εὐτυχέστερος ἄνθρωπος ἀπὸ αὐτόν; Κανεὶς γιατρὸς δὲν τὸν θεράπευε, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μέσα εἶχαν ἀποτύχει. Καὶ τότε συνέβη αὐτὸ ποὺ συμβαίνει πάντα, ὅταν ὅλα τὰ προβλήματα φαίνονται ἄλυτα καὶ κάθε προσπάθεια ὁδηγεῖται σὲ ἀδιέξοδο: ἐπεμβαίνει ὁ Θεὸς κατὰ τὸν πιὸ δραστικὸ καὶ ἀποτελεσματικὸ τρόπο καὶ τότε ἀποδεικνύεται ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου: «Τὰ ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά ἐστι παρὰ τῷ Θεῶ!».

Τὸ δεύτερο «ἀνάστηθι» ἀκούγεται σὲ μία πολὺ βαρύτερη περίπτωση. Τὸ ἀκούει ἡ νεκρὴ Ταβιθᾶ! Ἀκούει ὁ νεκρός; Καὶ ὅμως, ἀκούει καὶ ὑπακούει! Καὶ ἀνασταίνεται καὶ ξαναζεῖ καὶ περπατᾶ, ὅπως καὶ πρίν, σὰν νὰ μὴν συνέβη τίποτε! Ἡ Ταβιθᾶ, ποὺ στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει Δορκάς, δηλαδὴ ζαρκάδι, ἦταν τὸ ζαρκάδι τῆς ἀγάπης. Ἔτρεχε γρήγορα παντοῦ μέσα στὴν Ἰόππη, καὶ βοηθοῦσε ὁποιονδήποτε ἔβλεπε νὰ ἔχει ἀνάγκη. Φαίνεται μάλιστα πὼς εἶχε μία ἰδιαίτερη ἱκανότητα στὴν ραπτικὴ τέχνη, ἔφτιαχνε ροῦχα γιὰ τὶς φτωχὲς γυναῖκες, χιτῶνες καὶ ἱμάτια. Ἦταν πολὺ ἀγαπητὴ σὲ ὅλους, γιατί ἦταν «πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν». Ἡ ζωὴ της πλημμύριζε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀναγκεμένους καὶ ἀναλωνόταν στὶς φροντίδες γιὰ τοὺς πολύτιμους, ἐλάχιστους ἀδελφούς. Συνέβη, ὅμως, νὰ ἀσθενήσει καὶ σύντομα νὰ ἀποβιώσει. Τὴν ἔλουσαν καὶ τὴν τοποθέτησαν στὴ νεκρικὴ κλίνη στὸ ὑπερῶο τῆς οἰκίας της. Τὸ νέο ἔπεσε σὰν κεραυνός. Θρῆνοι καὶ κλάματα παντοῦ στὴν Ἰόππη, πένθος μεγάλο. Κάποιοι, ὅμως, ἄκουσαν ὅτι ὁ Πέτρος βρισκόταν στὴν Λήδα, στὸ διπλανὸ χωριό, καὶ τὸν κάλεσαν νὰ ἔρθει γρήγορα. Τί πίστευαν πώς μποροῦσε νὰ κάνει σὲ μία νεκρή; Σίγουρα κάποια κρυφὴ ἐλπίδα φώλιαζε μέσα τους. Ἔρχεται, λοιπὸν, ὁ Πέτρος, ἀνεβαίνει στὸ ἀνώγι, βλέπει τὶς χῆρες νὰ κλαῖνε καὶ νὰ τοῦ δείχνουν τὰ ροῦχα ποὺ ἔφτιαξε γιὰ αὐτές, ὅσο ζοῦσε μαζί τους ἡ Δορκάς, τοὺς βγάζει ὅλους ἔξω καὶ πέφτει στὰ γόνατα. Ὁ Ἀπόστολος προσεύχεται στὸν Διδάσκαλό του Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ κάνει τὸ θαῦμά Του καὶ νὰ ἀναστήσει τὴν Ταβιθᾶ. Καὶ ὄντως, ἡ πληροφορία καὶ δύναμη ἀπὸ τὸν Χριστὸ δὲν ἀργεῖ νὰ τὸν κυριεύσει. Στρέφεται τότε πρὸς τὴ νεκρὴ καὶ τῆς φωνάζει: «Ταβιθᾶ, ἀνάστηθι!» Ἡ φωνὴ δὲν εἶναι τοῦ Πέτρου, εἶναι τοῦ Χριστοῦ, τοῦ κυρίαρχου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς διατάζει καὶ ἀνακόπτεται ἡ πορεία τῆς ψυχῆς στὴν μετὰ θάνατον κατάσταση, ἀναστρέφεται ἡ φυσικὴ ἐξέλιξη τῶν γεγονότων, ποὺ ἀπαιτεῖ τὸ μὲν σῶμα νὰ ταφεῖ καὶ νὰ διαλυθεῖ στὰ «ἐξ ὧν συνετέθη» καὶ ἡ ψυχὴ νὰ πετάξει στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ ζήσει αἰώνια ἀπολαμβάνοντας τὴν ἀμοιβὴ ἢ τὴν τιμωρία γιὰ ὅσα ἔπραξε. Ἐπειδὴ, ὅμως, «ὅπου βούλεται Θεός, νικᾶται φύσεως τάξις», ἡ ψυχὴ τῆς Ταβιθᾶς ἐπιστρέφει στὸ σῶμα, ὁ Πέτρος τὴν πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὴν σηκώνει. Φωνάζει ὅλους ὅσοι ἦταν ἔξω  νὰ μποῦν μέσα καὶ νὰ δοῦν τὴν ζωντανὴ πλέον Ταβιθᾶ.

Ζοῦμε μέσα στὴν χαρμόσυνη, ἀναστάσιμη περίοδο, κατὰ τὴν ὁποία «τὰ πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια». Τίποτε δὲ εἶναι σκοτεινό, τίποτε δὲν εἶναι θανατερὸ καὶ θλιβερό. Ὅλοι ἐμεῖς ποὺ πιστεύουμε στὸν Ἀναστημένο Χριστό, «θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ᾋδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν». Γνωρίζουμε ὅτι ὁ θάνατος καταργήθηκε καὶ μποροῦμε νὰ τοῦ ποῦμε κατάμουτρα: «Οὐκέτι, Θάνατε, κυριεύεις, ὁ γὰρ τῶν ὅλων Δεσπότης τὸ κράτος σου κατέλυσε»! Γνωρίζουμε ὅτι μπροστὰ μας ἀνοίγεται διάπλατα ὁ δρόμος τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἀρκεῖ καὶ ἐμεῖς νὰ σηκωθοῦμε ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς φθορᾶς τῶν χαμαιζήλων παθῶν.

Γνωρίζουμε ὅτι εἴμαστε καὶ παράλυτοι καὶ ἑτοιμοθάνατοι ἢ καὶ νεκροὶ πνευματικά. Οἱ δυνάμεις τὶς ψυχῆς μᾶς εἶναι ἰσχνὲς καὶ ἀδυνατοῦν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὴ μετάνοια καὶ στὴν ἀγωνιστικὴ κατάσταση τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ. Δυσκολευόμαστε νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστόν, γιατί εἴμαστε καθηλωμένοι στὸ κρεβάτι τῆς πνευματικῆς παραλυσίας καὶ λίγο ἀπέχουμε ἀπὸ τὴν πώρωση καὶ τὴ λήθη ποὺ θανατώνουν τὴν ψυχή. Δὲν ἀπελπιζόμαστε, ὅμως, γιατί ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ Κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας, ἀκοῦμε συνεχῶς, ὁ καθένας μας προσωπικὰ ἀκούει, ἕνα διαρκὲς «ἀνάστηθι!». «Σήκω ἐπάνω, σήκω ἐπάνω!». Μᾶς καλεῖ στὴν δική μας ἀνάσταση ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς διὰ τῶν ὑπηρετῶν του, τῶν ἐπισκόπων, τῶν ἱερέων, ὅλων ὅσοι ἐργάζονται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἁπλώνει τὸ χέρι Του, γιὰ νὰ μᾶς ἀναστήσει, γιὰ νὰ μᾶς δώσει ζωή, τὴν ὄντως ζωή.

Ἂς φιλοτιμηθοῦμε, λοιπὸν, ἀπὸ τὴν τόσο μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ μᾶς θέλει ἀναστημένους καὶ ὄχι νεκρούς, καὶ ἂς ἀφεθοῦμε ἐλεύθεροι στὴν ἀναστάσιμη, ζωοδότειρα χάρη Του θερμὰ παρακαλώντας Τον: «Ἐκ τοῦ βαρέος ὕπνου τῆς ραθυμίας ἀνάστησον!» Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ