Εκτύπωση

TheioKirigma

Ἀριθμός  26

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

(Ρωμ. β΄ 10-16)

4 Ἰουλίου 2021

*

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, ᾿Ιουδαίῳ τε πρῶτον καὶ ῞Ελληνι· οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων-ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

«Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν!»

Ὁ μέγιστος σκοπὸς τῆς ζωῆς κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ ὁμοίωσή του πρὸς τὸν Θεό, τὸ νὰ γίνει κατὰ χάριν Θεός. Μόνο μὲ αὐτὴν τὴν στοχοθεσία νοηματοδοτεῖται ἡ καθημερινὴ ζωὴ καὶ χαλυβδώνεται ὁ πιστός, γιὰ νὰ ἀντέξει τοὺς πολυποίκιλους πειρασμοὺς καὶ τὶς ἀτέρμονες δυσχέρειες. Ὁ τρόπος δὲ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει αὐτὸ εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ παραπάνω χωρίο ἀπὸ τὴν σημερινὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τὴν ἀνταμοιβὴ τοῦ ἐργάτη τοῦ ἀγαθοῦ, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ εἰρήνη. Οἱ λέξεις αὐτὲς περιγράφουν τὴν ὕψιστη κατάσταση τῆς θεώσεως, δίνουν μία ἰδέα τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀγωνίζεται γιὰ τὸν Χριστό. Ἡ δόξα εἶναι τὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ ὑπέρλαμπρο φῶς τῆς Μεταμορφώσεως, ποὺ καταυγάζει τὴν ψυχή, ἀφοῦ πρῶτα θὰ ἔχει καθαρθεῖ καὶ τοιουτοτρόπως κεκαθαρμένη θὰ ἀνεβαίνει πρὸς τὰ ὕψη τῆς θεωρίας. Ἡ τιμὴ εἶναι ἡ ἀξία ποὺ προσλαμβάνει ὁ κατὰ χάριν θεωμένος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τιμᾶται καὶ στὸν Οὐρανὸ καὶ στὴν γῆ ὡς Ἅγιος. Ἡ εἰρήνη εἶναι ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς ποὺ πάντοτε χαίρει καὶ βρίσκει ἀνάπαυση μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, «ὅπου οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός».

Αὐτὰ, λοιπὸν, τὰ τρία θεϊκὰ δῶρα προορίζονται γιὰ τοὺς «ἐργαζομένους τὸ ἀγαθόν». Πρέπει ἐδῶ νὰ τονίσουμε τὴν χρήση τῆς λέξης «ἐργάζομαι», ἡ ὁποία σημαίνει καταγίνομαι μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις μου μὲ ἕνα ἔργο, μοχθῶ, κοπιάζω, ὑπομένω τοὺς πόνους, σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ὁ ἐργάτης εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν χειρώνακτας, ὁ ὁποῖος ἱδρώνει  σκάβοντας, καθαρίζοντας καὶ καλλιεργώντας τὸν ἀγρό, ἢ συγκομίζει καρποὺς καὶ τοὺς ἀποθηκεύει, ἢ μεταφέρει φορτία σὲ μεγάλες ἀποστάσεις, ἢ χτίζει ἕνα οἰκοδόμημα, καὶ ὅλα αὐτὰ μέσα σὲ ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες, εἴτε μέσα σὲ καύσωνα, εἴτε μέσα σὲ ψύχος. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει μὲ τὴν πνευματικὴ ἐργασία. Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ ἐργάζεσαι τὸ ἀγαθὸν γιὰ τρεῖς λόγους. Πρῶτον, ἐμποδίζεσαι ἀπὸ τὸν ράθυμο ἑαυτό σου, ὁ ὁποῖος ρέπει ἐκ νεότητος αὐτοῦ «ἐπὶ τὰ πονηρά». Τὰ πάθη ποὺ ἐνυπάρχουν στὴν ψυχή μας, μᾶς ταλανίζουν καί, ἂν ἔχουν γιγαντωθεῖ μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, δύσκολα ξεριζώνονται. Πραγματικὰ, δὲν ὑπάρχει δυσμαχότερος ἐχθρὸς ἀπὸ τὸν παλαιό, ἐμπαθῆ ἑαυτό μας καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη νίκη ἀπὸ αὐτὴν ἐνάντια σὲ παγιωμένες κακιὲς συνήθειες καὶ ἐπιθυμίες. Δεύτερον, πολεμεῖσαι ἀπὸ τὸν Διάβολο καὶ τοὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι μισοῦν τὸν ἄνθρωπο καὶ μάλιστα αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀποφασίσει νὰ ἀκολουθήσει τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς. Πῶς μπορεῖ ὁ μισόκαλος νὰ ἀνεχθεῖ ὁ,τιδήποτε καλό, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν παρεμβάλει χίλια προσκόμματα στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου; Τρίτον, ἕλκεσαι ἀπὸ τὴν φαινομενικὴ γοητεία τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, δὲν θέλεις νὰ διαφοροποιεῖσαι, νὰ χλευάζεσαι καὶ νὰ γίνεσαι δακτυλοδεικτούμενος. Ἡ ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὰ αἰσχρὰ πρότυπα ζωῆς τοῦ κόσμου τῆς ἁμαρτίας εἶναι πραγματικὰ ὀδυνηρή. Ὁ κόσμος σὲ καλεῖ νὰ πετάξεις «τὶς προλήψεις καὶ τὶς δεισιδαιμονίες» τῆς «θρησκείας», νὰ ἀπελευθερωθεῖς ἀπὸ τὰ «πρέπει» καὶ τὰ «ἀπαγορεύεται» καὶ νὰ ἐξομοιωθεῖς μὲ ὅλους τούς ἄλλους ποὺ πορεύονται στὴν πλατειὰ ὁδὸ τῆς ἀπωλείας. Καὶ ἂν δὲν συμμορφωθεῖς μὲ τὰ θέσφατά τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Θεό, γίνεσαι ἀποσυνάγωγος, σὲ περιφρονοῦν, σὲ μισοῦν, σοῦ ἐπιτίθενται, γιὰ νὰ σὲ βλάψουν ἢ καὶ νὰ σὲ ἐξολοθρεύσουν.

Αὐτὰ τὰ τρία καθιστοῦν ὄντως πολὺ δύσκολη τὴν ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ. Ὄχι ὅμως καὶ ἀνέφικτη. «Τὰ ἀδύνατα παρ΄ ἀνθρώποις δυνατά ἐστι παρὰ τῷ Θεῶ». Ὅποιος χαρίζει τὴν πρόθεσή του στὸν Θεό, Ἐκεῖνος ἀναλαμβάνει τὴν ὑλοποίησή της. Ἕνα βῆμα ἀπὸ τὰ ἑκατὸ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς τὸν σηκώνει στὰ χέρια Του καὶ βαδίζει μαζί του τὰ ὑπόλοιπα ἐνενήντα ἐννέα. Αὐτὸ τὸ πρῶτο βῆμα στὴν ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ εἶναι τὸ ζητούμενο καὶ προαπαιτoύμενο, γιατί φανερώνει τὸ «θέλω» τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ Θεὸς περιμένει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ «θέλω»: «Θέλω νὰ μετανοήσω, νὰ ἀλλάξω ζωή, θέλω νὰ καταπολεμήσω τὰ πάθη καὶ τὰ ἐλαττώματά μου, θέλω νὰ ἀγωνισθῶ, γιὰ νὰ ἀποκτήσω τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές, θέλω νὰ γνωρίσω καὶ νὰ ἀγαπήσω τὸν Χριστὸ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μου, θέλω νὰ γίνω ἅγιος, γιατί αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». Σὲ αὐτὲς τὶς προτάσεις συνοψίζεται ἡ ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ, ποὺ εἶναι μία διὰ βίου ἄσκηση, ἕνας ἰσόβιος ἀγώνας, ποὺ ἔχει ὡς ἔπαθλα τὴν δόξα, τὴν τιμὴ καὶ τὴν εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεό, σύμφωνα μὲ τὰ θεόπνευστα λόγια του Ἀποστόλου Παύλου.

Ἡ ἐποχὴ μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν μεγάλη ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν διωγμὸ τῆς ἀρετῆς. Στὶς ἡμέρες μας δοξάζεται καὶ τιμᾶται ὅποιος ἐργάζεται τὸ κακὸ καὶ ἀκολουθεῖ τὸν Διάβολο, ἡ λέξη «ἀγαθὸς» σημαίνει τὸν διανοητικὰ καθυστερημένο, τὸν ἀποτυχημένο, «ποὺ πάει μὲ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι» καὶ ὅλοι τὸν κοροϊδεύουν. Ἔχει ἐκλείψει ἀκόμα καὶ ἡ παραμικρὴ ὑπόνοια τῆς ἁμαρτίας καὶ ἔτσι οἱ περισσότεροι ζοῦν «ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμω», χωρὶς φόβο Θεοῦ, χωρὶς νὰ σκέφτονται τὴν μεταθανάτια, αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν μέλλουσα Κρίση, διακωμωδώντας τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ πλείστη ὅση ἐπιπολαιότητα διαβεβαιώνοντας ὅτι «ἐδῶ εἶναι ἡ Κόλαση, ἐδῶ καὶ ὁ Παράδεισος». Μέσα σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο ὀφείλουμε, ὅσοι ἔχουμε τὴν δωρεὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εἴμαστε πιστὰ τέκνα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, νὰ ἐργαζόμαστε ἀδιάκοπα καὶ ἄοκνα  τὸ ἀγαθόν, νὰ γινόμαστε φάροι καὶ φωτεινοὶ σηματοδότες μέσα στὸ πηχτὸ πνευματικὸ σκοτάδι, ἔτσι ὥστε καὶ ὅσοι ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ ἐμᾶς νὰ ὠφελοῦνται, ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς ἐπιδαψιλεύει πλούσια τὰ ἐλέη Του στὸν παρόντα πρόσκαιρο βίο καὶ στὴν μέλλουσα ζωὴ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια ζωὴ στὸν Παράδεισο, ὅπου ἐκεῖ θὰ γνωρίσουμε σὲ τέλειο βαθμὸ τὸν Πανάγαθο Θεό, τὴν πηγὴ πάσης ἀγαθότητος! Ἀμήν, γένοιτο!