Σάββατο
23 Οκτωβρίου

Ιακώβου του αδελφοθέου, Ιγνατίου Κων/πόλεως, Ιωάννου νεομάρτ.

EgkykliaSimeiomata

Ἀρ. Πρωτ.:    709

Ἀρ. Δι­εκπ.:   321

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

ΑΡ. 50

Πρός

Τόν Ἱ­ε­ρόν Κλῆ­ρον

καί τόν εὐ­σε­βῆ λα­όν

τῆς κα­θ' ἡ­μᾶς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως.

«ἀλλά τό εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον,

ἐκλεῖπον παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων» (Ἠσ. νγ΄,3).

Ἁγία καί Μεγάλη Παρασκευή! Στό κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ὑψώνεται ὁ Τίμιος Σταυρός, ὁ ὁποῖος φέρει «ὡς βότρυν πλήρη ζωῆς» τόν Ὕψιστο, τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν πολύτιμο μαργαρίτη, τόν τετιμημένον, πρός τόν Ὁποῖον πρέπει «τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας» (Α΄Τιμ. α΄, 17).

Ἀλλ’ ὅμως ἐνῶ Ἐκεῖνος ἔδωσε ὡς Δημιουργός τιμή, ἀξία στό δημιούργημά Του, τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ ἐνώπιον Του καί ὁ θάνατος τῶν ὁσίων Αὐτοῦ εἶναι τίμιος, ὁ Ἴδιος εὑρίσκεται ἐπί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔχοντας τό εἶδος, τήν μορφή Του, «ἄτιμον».

Ναί, καταδέχεται νά ἀτιμασθεῖ, νά κενώσει Ἑαυτόν, γιά νά τιμήσει τόν ἄνθρωπο.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης διακρίνει «ἀτιμασμένον» τόν Κύριο κατά τήν ἐπίγεια ζωή Του.

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν συναναστρεφόταν τούς ἀσεβεῖς Ἰουδαίους πού τόν ἀποκαλοῦσαν Σαμαρείτη καί δαιμονισμένο (Ἰωάν. κ΄, 48). Ὅταν ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης καί ὅσοι τούς γέννησε τό σκοτάδι, κρατοῦσαν Αὐτόν, πού δέν χωράει πουθενά, γιά νά Τόν θανατώσουν. Δέν ἔλεγε ἄδικα ὁ Τίμιος Πρόδρομος «Γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπό τῆς μελλούσης ὀργῆς; (Ματθ. γ΄, 7). Γιατί ὄντως ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ θά μείνει ἐπάνω τους.

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν ἀντιμετώπιζαν Αὐτόν, τόν βλαστό τῆς ἐπιεικείας, μέ ραπίσματα καί ζητοῦσαν ἀπαντήσεις μέ ὅρκους ἀπό Αὐτόν, πού εἶναι ὁ δικαστής τῶν ὅρκων (Μάρκ. δ΄, 65).

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν δίκαζαν τόν δικαστή καί ἔκριναν τόν Κριτή τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ δοῦλος ρωτοῦσε καί ὁ  Κύριος σιωποῦσε, ὅταν τό φῶς ἡσύχαζε καί τό σκοτάδι θριαμβολογοῦσε, ὅταν τό δημιούργημα ἔδειχνε θράσος καί ὁ Δημιουργός ἔδειχνε ὑπομονή.

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν οἱ ταῦροι χτυποῦσαν μέ τά κέρατα καί ὁ ταῦρος στεκόταν ἥσυχος, ὅταν τό λιοντάρι ὠρυόταν καί οἱ ταῦροι στέκονταν ἀγέρωχοι, ὅπως λέγει ὁ ἱερός ψαλμωδός «περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με∙ ἤνοιξαν ἐπ’ἐμέ τό στόμα αὐτῶν ὡς λέων ἁρπάζων καί ὠρυόμενος» (Ψαλμ. κα΄, 12).

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν ἀληκτοῦσαν τά σκυλιά καί ὁ Δεσπότης ἔδειχνε ἀνοχή. Ὅταν οἱ λύκοι ἅρπαζαν τό πρόβατο καί ἐκεῖνο δέν ἔφερε ἀντίσταση. Ὅταν ὁ ληστής δεχόταν τήν πρόσκληση τῆς ζωῆς, ἐνῶ ἡ Ζωή τοῦ κόσμου ἐσύρετο στό θάνατο. Ὅταν ἄτακτα καί ὀλέθρια ἐφώναζαν «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον Αὐτόν∙ τό αἷμα Αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καί ἐπί τά τέκνα ἡμῶν» (Ἰωάν. ιθ΄,15 - Ματθ. κζ΄,25) οἱ σταυρωτές τοῦ Κυρίου καί φονεῖς τῶν προφητῶν, οἱ θεομάχοι, οἱ μισόθεοι, οἱ ὑβριστές τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, οἱ πολέμιοι τῆς χάριτος, οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως, οἱ συνήγοροι τοῦ πονηροῦ, τά γεννήματα τῶν ἐχιδνῶν, οἱ ψιθυριστές, οἱ κατήγοροι, οἱ σκοτισμένοι στή διάνοια, ἡ ζύμη τῶν Φαρισαίων (Ματθ. ιστ΄, 6/ Μάρκ. η΄, 15/Λουκ. ιβ΄, 1), τό συνέδριον τῶν δαιμόνων, οἱ μιαροί, οἱ ψιθυριστές, οἱ μισόκαλοι. Καί αἰτιολογημένα φώναζαν «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον Αὐτόν», διότι τούς βάραινε ἡ παρουσία τῆς Θεότητος μέ σάρκα καί τούς στεναχωροῦσε ὁ ἔλεγχος γιά τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους. Εἶναι συνήθεια οἱ ἁμαρτωλοί νά μισοῦν τήν συναναστροφή μέ τούς δικαίους.

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν φραγγέλωσαν καί βασάνισαν τό ἅγιο σῶμα Ἐκείνου, πού ὑπέφερε τά πάθη μέ τή θέλησή Του γιά νά θεραπεύσει τίς παλιές πληγές τῶν ἁμαρτημάτων μας. Ὅταν σήκωνε τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ ἐπάνω στούς ὤμους Του, τρόπαιο κατά τοῦ διαβόλου.  Ὅταν φοροῦσαν τό ἀγκάθινο στεφάνι σ’ Ἐκεῖνον, πού στεφανώνει ὅσους πιστεύουν σ’Αὐτόν. Ὅταν ἔντυσαν μέ πορφύρα περιπαιχτικά Αὐτόν, πού χαρίζει ἀφθαρσία σέ ὅσους ξαναγεννιοῦνται μέ νερό καί πνεῦμα Ἅγιο (Ἰωάν. γ΄, 5 - Ματθ. κζ΄, 48). Ὅταν κάρφωσαν στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ Αὐτόν, πού εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου.

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν οἱ στρατιῶτες θριάμβευαν περιπαίζοντας τόν Δεσπότη τῆς οὐρανίας στρατιᾶς τῶν Ἀγγέλων.

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν ἔδεσαν σέ καλάμι σπόγγο γεμᾶτο ξύδι καί τόν πότισαν καί ἔδιναν χολή σ’Αὐτόν, πού τούς ἔρριξε τό μάνα (Ἐξόδ. ιστ΄, 13 - 15). Ὅταν ἔσπαζαν οἱ πέτρες καί σκιζόταν τό καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ κατάπληκτα ἀπό τό θράσος τῶν ἀσεβῶν. Ὅταν ὁ ἥλιος πενθοῦσε καί ντυνόταν τό σκοτάδι σάν σάκο, πενθώντας τήν πτώση τῶν Ἰουδαίων, ὅταν ἡ Ζωή, δηλαδή ὁ Χριστός, ἦταν κρεμασμένος ἀνάμεσα σέ δύο Ληστές, καί ὁ ἕνας Τόν  χλεύαζε καί Τόν κατηγοροῦσε, ὁ δέ ἄλλος μέ τήν μετάνοιά του ἅρπαζε τόν Παράδεισο (Λουκ. κγ΄, 39 - 43).

Ἦταν ἀτιμασμένος ὅταν τό σῶμα παραδινόταν γιά νά ταφεῖ.

Ὅμως ἡ ἀτιμία αὐτή μετέβαλε τό πάθος σέ χαρά, ὁ ἀτιμασμένος γίνεται ἔνδοξος, ὁ πληγωμένος γίνεται ἰατρός. Ὁ ἀτίμητος, ὁ Ὁποῖος ἐδέχθηκε τό πολυτίμητο μύρο, ἐξαργυρώνει μέ τήν τιμή τοῦ αἵματός Του τό χρεόγραφο τῆς δικῆς μας ἁμαρτίας.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν, Χριστιανοί μου, τόν πολύτιμον μαργαρίτη ἐπάνω στόν Τίμιο Σταυρό καί δοξάσωμεν τό πάντιμον καί μεγαλοπρεπές ὄνομά Του εἰς τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2021

Μέ πα­τρι­κές εὐ­χές

Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της

† Ὁ Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν Μᾶρκος


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ